«Major league» σε 38 γλώσσες

Πώς λέγεται «major league» σε άλλες γλώσσες; Εδώ είναι το «major league» μεταφρασμένο σε 38 γλώσσες, με παραδείγματα προτάσεων για την καθεμία.

ΓλώσσαΜετάφρασηΠαραδείγματα χρήσης
Αγγλικά major league Major league Στα Αγγλικά
Γαλλική γλώσσα Ligue majeure Major league στα γαλλικά
Χίντι मुख्य लीग Major league στα Χίντι
Αραβικός الدوري الكبرى Major league στα αραβικά
Κορεάτης 메이저 리그 Major league σε Κορεατικά
Γερμανός Erste Liga Major league στα γερμανικά
Ισπανικά Liga Mayor Major league στα ισπανικά
Πορτογαλικά Liga principal Major league στα πορτογαλικά
Ιταλικός Major League Major league στα ιταλικά
Ρωσική высшая лига Major league στα ρώσικα
Ιαπωνικά メジャーリーグ Major league στα ιαπωνικά
Κινέζικα 主要联盟 Major league στα κινέζικα
Πολωνική γλώσσα pierwsza liga Major league στην πολωνική
Ολλανδός Major League Major league στα ολλανδικά
Σουηδικά högre serie Major league στα σουηδικά
Δανικός Major league Major league στα δανικά
Φινλανδικός pääsarja Major league στα Φινλανδικά
Τσέχος major league Major league στην Τσεχική
Ρουμανικός Major League Major league στη ρουμανική
Σλοβάκος major league Major league Σλοβακική
Βούλγαρος Мейджър лийг Major league στα βουλγαρικά
Σλοβενικά Major League Major league στα σλοβενικά
Λιθουανικά Major League Major league στα Λιθουανικά
Λετονίας Major League Major league στη λεττονική
Εσθονίας Major League Major league στα εσθονικά
Τούρκικος ana lig Major league στην τουρκική γλώσσα
Ινδονησίας liga utama Major league στα Ινδονησιακά
Μπενγκάλι প্রধান লীগ Major league σε Μπενγκάλι
Ουκρανός вища ліга Major league στα Ουκρανικά
Καταλανικά grans lligues Major league στα καταλανικά
Κροατία major league Major league σε κροατικά
Ουγγρικός Major league Major league στα ουγγρικά
Περσικός لیگ اصلی Major league στα περσικά
Μακεδόνας лигата на големи Major league στο Μακεδονικό
Νορβηγός Major league Major league στα Νορβηγικά
Σέρβος Мајор league Major league στα Σερβικά
Βοσνιακά prve lige Major league στα Βοσνιακά

Δημοφιλείς λέξεις

ίση μεταχείριση πράξη διαιτησία ζώο υπηρεσία μικρή ποσότητα τρέχουσα καθετήρα μη επικίνδυνα απόβλητα δοκιμή κτήτορας άδεια ατελώς παρακολουθήσουν αυτό διάρθρωση των τιμών τρέχουσα απασχόληση εσκεμμένη πράξη

Langs.Education © 2026
Επιλέξτε Γλώσσα
  • English
  • Español
  • Français