«Chartered engineer» σε 38 γλώσσες

Πώς λέγεται «chartered engineer» σε άλλες γλώσσες; Εδώ είναι το «chartered engineer» μεταφρασμένο σε 38 γλώσσες, με παραδείγματα προτάσεων για την καθεμία.

ΓλώσσαΜετάφρασηΠαραδείγματα χρήσης
Αγγλικά chartered engineer Chartered engineer Στα Αγγλικά
Γαλλική γλώσσα ingénieur agréé Chartered engineer στα γαλλικά
Χίντι वित्तीय इंजीनियर Chartered engineer στα Χίντι
Αραβικός مهندس معتمد Chartered engineer στα αραβικά
Κορεάτης 공인 엔지니어 Chartered engineer σε Κορεατικά
Γερμανός Diplom-Ingenieur Chartered engineer στα γερμανικά
Ισπανικά ingeniero colegiado Chartered engineer στα ισπανικά
Πορτογαλικά engenheiro fretado Chartered engineer στα πορτογαλικά
Ιταλικός Chartered engineer Chartered engineer στα ιταλικά
Ρωσική дипломированный инженер Chartered engineer στα ρώσικα
Ιαπωνικά 公認技術者 Chartered engineer στα ιαπωνικά
Κινέζικα 特许工程师 Chartered engineer στα κινέζικα
Πολωνική γλώσσα dyplomowany inżynier Chartered engineer στην πολωνική
Ολλανδός gecharterde ingenieur Chartered engineer στα ολλανδικά
Σουηδικά Hyrd ingenjör Chartered engineer στα σουηδικά
Δανικός chartrede ingeniør Chartered engineer στα δανικά
Φινλανδικός Chartered insinööri Chartered engineer στα Φινλανδικά
Τσέχος autorizovaný inženýr Chartered engineer στην Τσεχική
Ρουμανικός Chartered engineer Chartered engineer στη ρουμανική
Σλοβάκος autorizovaný inžinier Chartered engineer Σλοβακική
Βούλγαρος експерт-инженер Chartered engineer στα βουλγαρικά
Σλοβενικά pooblaščeni inženir Chartered engineer στα σλοβενικά
Λιθουανικά Chartered inžinierius Chartered engineer στα Λιθουανικά
Λετονίας diplomēts inženieris Chartered engineer στη λεττονική
Εσθονίας Chartered Engineer Chartered engineer στα εσθονικά
Τούρκικος yeminli mühendis Chartered engineer στην τουρκική γλώσσα
Ινδονησίας insinyur carteran Chartered engineer στα Ινδονησιακά
Μπενγκάλι চুক্তিবদ্ধ প্রকৌশলী Chartered engineer σε Μπενγκάλι
Ουκρανός дипломований інженер Chartered engineer στα Ουκρανικά
Καταλανικά enginyer col·legiat Chartered engineer στα καταλανικά
Κροατία ovlašteni inženjer Chartered engineer σε κροατικά
Ουγγρικός okleveles mérnök Chartered engineer στα ουγγρικά
Περσικός مهندس خبره Chartered engineer στα περσικά
Μακεδόνας експерт инженер Chartered engineer στο Μακεδονικό
Νορβηγός sivilingeniør Chartered engineer στα Νορβηγικά
Σέρβος лиценцирани инжењер Chartered engineer στα Σερβικά
Βοσνιακά ovlašteni inženjer Chartered engineer στα Βοσνιακά

Δημοφιλείς λέξεις

ΦΑΚΟΣ ΚΑΜΕΡΑΣ κεφάλαιο χρηματοδότησης περίσσεια ευθύνης ανήκουν κατά πλειοψηφία δημοσιογράφος δικαστήριο μιλώντας για βουλιάζω ελέγχου εκτόξευσης αμαύρωσης πλάκα ζεστό γραφείο περίγελος καθαρό φύλλο

Langs.Education © 2026
Επιλέξτε Γλώσσα
  • English
  • Español
  • Français